Mark Weisbrot
Crash Magazine, 24 Απριλίου, 2015

Al Jazeera America, 22 Απριλίου, 2015

διαβάσετε το πρωτότυπο άρθρο εδώ.

στα Αγγλικά

Υπάρχουν πολλές αφηγήσεις για το τι συμβαίνει στην Ελλάδα, καθώς ακόμα μια προθεσμία τελειώνει (η συνάντηση στις 24 Απριλίου των υπουργών Οικονομικών στη Ρίγα) και οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι δεν δείχνουν σημείο συμβιβασμού. Η πιο κοινή αφήγηση είναι ότι πρόκειται για ένα παιχνίδι ακροσφαλούς διπλωματίας, με τους Γερμανούς και τους συμμάχους τους να πιέζουν για «μεταρρυθμίσεις» που η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα δεν επιθυμεί να εφαρμόσει. Τα περισσότερα ΜΜΕ μεροληπτούν περισσότερο υπέρ των Ευρωπαίων, παρά υπέρ της Ελλάδας. Αλλά ακόμα και μεταξύ αυτών που είναι πιο ουδέτεροι ή φίλα προσκείμενοι στην Ελλάδα, εντοπίζονται σκληροπυρηνικοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι που απειλούν να χρησιμοποιήσουν τον έλεγχό τους για τη χρηματοδότηση της ελληνικής κυβέρνησης και του τραπεζικού συστήματος της χώρας, προκειμένου να γονατίσουν την Ελλάδα.

Όμως, αυτή η αφήγηση δεν βλέπει τον ελέφαντα που βρίσκεται καταμεσής του τραπεζιού της διαπραγμάτευσης. Ενώ η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να αντικαταστήσει τους συνομιλητές της με κάποιους της προτίμησής της, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, από την άλλη πλευρά, φαίνεται πως πιστεύουν ότι μπορούν να κάνουν ακριβώς αυτό. Και γίνεται ολοένα και πιο ξεκάθαρο ότι αυτή είναι η στρατηγική τους προς το παρόν.

Η κεντρική ιδέα είναι να προβούν σε ενέργειες τέτοιες που να προκαλέσουν ζημία στην ελληνική οικονομία κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης, ώστε να υπονομεύσουν τη στήριξη στην σημερινή κυβέρνηση και, τελικά, να την αντικαταστήσουν. Η αποσταθεροποίηση ουσιαστικά ξεκίνησε πριν τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, όταν οι αξιωματούχοι της τότε κυβέρνησης της ΝΔ ανακοίνωσαν ότι, εάν ο ΣΥΡΙΖΑ κερδίσει τις εκλογές, η Ελλάδα θα εγκαταλείψει το ευρώ και οι πολίτες δεν θα έχουν πια πρόσβαση στις καταθέσεις τους. Σε μια δυσάρεστη παράβαση του πρωτοκόλλου, υποστηρίζονταν από σημαντικούς Ευρωπαίους αξιωματούχους.

Όπως έχω επισημάνει και άλλη φορά, η ΕΚΤ, όχι μόνο «γέμισε» τα όπλα της, αλλά ξεκίνησε και να πυροβολεί στις 4 Φεβρουαρίου, μόλις εννέα ημέρες μετά τις εκλογές. Τότε ήταν που έκοψαν τη βασική γραμμή πίστωσης στην ελληνική κυβέρνηση, παρά το ότι είχαν στη διάθεσή τους εβδομάδες για να το αποφασίσουν. Αυτό ακολουθήθηκε από όριο πίστωσης από τις ελληνικές τράπεζες προς την κυβέρνηση – όρια που η ΕΚΤ δεν είχε επιβάλλει στην προηγούμενη κυβέρνηση.

Αυτές οι κινήσεις, σε συνδυασμό με αποσταθεροποιητικές δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων (και του ΔΝΤ) είχαν τεράστιες επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία. Καταθέσεις έκαναν φτερά από τη χώρα: σημείωσαν ιστορικό χαμηλό δεκαετίας τον Φεβρουάριο, με περίπου 24 δισ. ευρώ να έχουν φύγει από τις αρχές Δεκεμβρίου. Όπως ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης επισήμανε την προηγούμενη εβδομάδα κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην Ουάσιγκτον επ' ευκαιρία του εαρινού συνεδρίου ΔΝΤ-Παγκόσμιας Τράπεζας, η ΕΚΤ κόβει τη ρευστότητα στο τραπεζικό σύστημα την ίδια στιγμή που αυξάνουν τη ζήτηση για ρευστότητα, ενθαρρύνοντας τους ανθρώπους να πουλήσουν τα εγχώρια περιουσιακά τους στοιχεία και να πάρουν τα χρήματά τους από το τραπεζικό σύστημα. Τη Δευτέρα, κάποια ελληνικά κρατικά ομόλογα σημείωσαν απόδοση-ρεκόρ, και η κυβέρνηση έδωσε εντολή στην τοπική αυτοδιοίκηση να τοποθετήσουν τα αποθεματικά τους στην κεντρική τράπεζα. Η οικονομική αναστάτωση επηρεάζει επίσης την πραγματική οικονομία και θα μπορούσε να ωθήσει την οικονομία πάλι στην ύφεση φέτος εάν συνεχιστεί.

Εάν η συμπεριφορά αυτή μοιάζει λανθασμένη και κακόβουλη από την πλευρά των ευρωπαϊκών αρχών, είναι γιατί... είναι. Η Ελλάδα έχει ήδη χάσει το 25% του ΑΕΠ της τα τελευταία έξι χρόνια, ενώ το 25% του εργατικού της δυναμικού και η πλειοψηφία της νεολαίας της βρίσκεται εκτός αγοράς εργασίας. Οτιδήποτε και αν μπορεί να προσάψει κανείς στις προηγούμενες κυβερνήσεις για την αρχική ύφεση (που σημειώθηκε επίσης στις ΗΠΑ αλλά και στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης), ήταν η τρόικα (ΕΚΤ, Κομισιόν, ΔΝΤ) που την κατέστησαν Μεγάλη Ύφεση για την Ελλάδα. Πρέπει, πραγματικά, να αποδεχτούν κάποια ευθύνη για την παρούσα κατάσταση, αντί να επιμένουν ότι η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να συνεχίσει με ένα αποτυχημένο πρόγραμμα ωσάν να μην έγιναν εκλογές.

Από το 2008, έχω κάνει πολλές φορές σκληρό διάλογο με τους οικονομολόγους του ΔΝΤ σε όλες τις εαρινές και φθινοπωρινές συναντήσεις των θεσμών αυτών, με θέμα τις πολιτικές τους στην Ευρώπη, και έμοιαζαν ολοένα και περισσότερο να μην πιστεύουν σε αυτό που εφάρμοζε το ΔΝΤ στην Ελλάδα και την Ευρωζώνη. Την περασμένη εβδομάδα, αρνήθηκαν να στείλουν εκπρόσωπο στο σχετικό πάνελ για συζήτηση. Πολύ αμφιβάλλω ότι οποιοσδήποτε οικονομολόγος από το ΔΝΤ θα ήθελε να υπερασπιστεί τα πρωτογενή πλεονάσματα του 4,5% του ΑΕΠ ως αέναο στόχο-μέρος της συμφωνίας του ΔΝΤ με την προηγούμενη ελληνική κυβέρνηση. Και όπως έγραψε η πρώην επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ Ρέζα Μογκαντάμ στους «FinancialTimes» πριν δύο εβδομάδες: «Η Ευρώπη απαιτεί εφαρμογή, μέσα στις ερχόμενες εβδομάδες, μιας μακράς και περιεκτικής λίστας ενεργειών που οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν μπόρεσαν να εφαρμόσουν μέσα σε χρόνια».

Προβάλλει η «Ευρώπη» απαιτήσεις που είναι ανέφικτο να υλοποιηθούν, στη σημερινή ελληνική κυβέρνηση, ως μέρος της στρατηγικής να την ξεφορτωθεί; Ο Βαρουφάκης συνάντησε τον πρόεδρο Ομπάμα την προηγούμενη εβδομάδα, και, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ζήτησε από τον πρόεδρο να ενθαρρύνει τους Ευρωπαίους αξιωματούχους να διαπραγματευτούν καλή τη πίστη. Στις αρχές Φεβρουαρίου, ο πρόεδρος Ομπάμα φαίνεται πως έκανε κάτι τέτοιο, δηλώνοντας: «Δεν μπορείτε να συνεχίζετε να ξεζουμίζετε χώρες που βρίσκονται εν μέσω ύφεσης». Αλλά δεν είπε τίποτε παρόμοιο έκτοτε.

Ο Ομπάμα δεν θέλει να εξέλθει η Ελλάδα του ευρώ, ούτε η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ. Οπότε, και παρά έναν αριθμό καταστροφικών προβλέψεων αυτή την εβδομάδα –πολλές από αυτές με πολιτικά κίνητρα- κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί. Όμως, η στρατηγική της προσπάθειας αποσταθεροποίησης της ελληνικής οικονομίας και κυβέρνησης χωρίς έξοδο από το ευρώ ενέχει κινδύνους. Είναι επίσης προφανέστατα αντιδημοκρατική και λανθασμένη.

Επιμέλεια: Δέσποινα Παπαγεωργίου