Mark Weisbrot
Crash Magazine, 7 Μαρτίου, 2015

The Huffington Post, 17 Φεβρουάριος, 2015

In English | En español

Δείτε αυτό το άρθρο στην αρχική ιστοσελίδα

Στις 6 Φεβρουαρίου, το εξώφυλλο του Economist παρουσίαζε το Άγαλμα της Αφροδίτης της Μήλου να στοχεύει με ένα περίστροφο, υπό τον τίτλο «Εμπρός, Άνγκελα, φτιάξε μου τη μέρα». Στον ανάποδο κόσμο των συντακτών, η Ελλάδα απειλεί την Ευρώπη, ή τουλάχιστον τη Γερμανία. Αλήθεια;

Τη Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι «παρέδωσαν ένα τελεσίγραφο στην Αθήνα: συμφωνία μέχρι την Παρασκευή για να συνεχιστεί το πρόγραμμα στήριξης ή διακινδύνευση της χρηματοδότησης που χρειάζεται η χώρα για να αποφύγει τη χρεοκοπία», έγραφαν οι NewYorkTimes.

Έπειτα, είναι ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας και υποστηρικτής μέχρι θανάτου των αποτυχημένων πολιτικών δημοσιονομικής αυστηρότητας που έφεραν στην Ελλάδα έξι χρόνια ύφεσης. Στις 11 Φεβρουαρίου, σύμφωνα με τους FinancialTimes, «υπαινίχθηκε απειλητικά ότι το ελληνικό σχέδιο για έξοδο από το πρόγραμμα στήριξης στο τέλος του μήνα θα μπορούσε να προκαλέσει τη δριμεία αντίδραση των αγορών».

«Δεν μπορώ να γνωρίζω πώς οι αγορές θα το χειριστούν, χωρίς πρόγραμμα – αλλά ίσως [ο Έλληνας πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας] γνωρίζει καλύτερα».

Ο Σόιμπλε γνώριζε πολύ καλά ότι «οι αγορές» δεν θα αποφασίσουν πόσες ροές κεφαλαίων θα εξέλθουν του ελληνικού τραπεζικού συστήματος εάν αποτύγχανε να ανανεώσει το πρόγραμμα της τρόικα που έληγε στις 28 Φεβρουαρίου. Γνωρίζει ότι είναι οι ενέργειες της ΕΚΤ που αποφασίζουν πώς θα αντιδρούσαν οι αγορές. Η ξεκάθαρη απειλή του είναι σαν κι αυτή ενός γκάνγκστερ που εκβιάζει τον ιδιοκτήτη ενός καταστήματος, παριστάνοντας ότι δεν γνωρίζει ποιος είναι υπεύθυνος για τον βανδαλισμό που προκύπτει εναντίον των επιχειρήσεων που δεν πληρώνουν τις οφειλές τους στη Μαφία.

Και δεν είναι μόνο οι πληρωμές για τις οποίες εκβιάζει την Ελλάδα, αλλά μια δέσμευση για μετάλλαξη της ελληνικής οικονομίας σε κάτι που οι ψηφοφόροι δεν ήθελαν ποτέ. Μεταξύ των «μεταρρυθμίσεων» στις οποίες επιμένει ο Σόιμπλε αφορούν μέτρα που θα εξασθενίσουν περισσότερο την διαπραγματευτική ισχύ της εργασίας. Αυτά περιλαμβάνουν την μετατόπιση από τις συλλογικές διαπραγματεύσεις στη διαπραγμάτευση σε επίπεδο επιχείρησης, στη διευκόλυνση των μαζικών απολύσεων, και στη νομιμοποίηση των lockoutτων εργοδοτών (παράνομο μέχρι σήμερα στην Ελλάδα).

Πολλοί παρατηρητές μπορεί να μην το αντιλαμβάνονται, αλλά όλο το ζήτημα περιστρέφεται γύρω από τις ευρωπαϊκές αρχές που χρησιμοποιούν τον εξαναγκασμό για να επιτύχουν πολιτικούς και οικονομικούς στόχους. Γι’ αυτό οι πολίτες δεν νιώθουν ικανοποιημένοι απλώς να επαναπαυτούν στην τεράστια διαπραγματευτική δύναμη και την απειλή της οικονομικής μετατόπισης που θα προκύψει εάν η Ελλάδα πιεστεί να βγει από το ευρώ. Αντίθετα, έχουν υπάρξει ενεργοί: στις 4 Φεβρουαρίου η ΕΚΤ ανακοίνωσε ότι δεν θα δέχεται πλέον τα ελληνικά ομόλογα ως εγγυήσεις. Αυτή ήταν μια συνειδητή προσπάθεια να συνθλίψουν τις ελληνικές χρηματαγορές και να αυξήσουν τη φυγή κεφαλαίου, ώστε να πιέσουν τον ΣΥΡΙΖΑ να συνθηκολογήσει το συντομότερο δυνατόν.

Φαίνεται πως υπάρχουν σημαντικές διαιρέσεις εντός της τρόικας. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ, προκαλεί τη Γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ στο θέμα της δημοσιονομικής αυστηρότητας.

Εν ολίγοις, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ έχει επιλέξει να παραμείνει στην Ευρωζώνη, δεν έχει άλλη επιλογή από το να προσπαθήσει να κάνει τον αγώνα του αγώνα της Ευρώπης, ώστε να πιέσει για αλλαγή των πολιτικών που εφαρμόζονται στην Ευρωζώνη. Καθώς η λιτότητα απέτυχε οικτρά, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σχεδόν σε όλη την Ευρωζώνη, αυτό είναι εφικτό – και είναι ο μεγαλύτερος φόβος κάποιων από τις ευρωπαϊκές αρχές αυτή τη στιγμή.

Ο άλλος τους φόβος, φυσικά, είναι η Ελλάδα να πιεστεί να βγει από το ευρώ. Είναι κοινή η αντίληψη ότι αυτό θα μπορούσε να επιφέρει κάποια μορφή ευρωπαϊκής οικονομικής κατάρρευσης, αλλά αυτό δεν μοιάζει πιθανό. Πιο πιθανό είναι η Ελλάδα, μετά από μια αρχική οικονομική κρίση, να ανακάμψει πολύ γρηγορότερα από τους γείτονές της, και να θελήσουν κι άλλοι να θελήσουν να ακολουθήσουν το παράδειγμά της.

Και αυτός είναι ένας ακόμα λόγος που ο εξαναγκασμός (η πίεση) είναι τόσο σημαντικό στοιχείο εδώ. Για να είναι αποτελεσματική, η πίεση πρέπει να υπερβαίνει την σημερινή κρίση και να παρουσιάζει τη απειλή του χάους ακόμα και μετά την (προς το παρόν, μη πιθανή) έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ. (Η μαφία δεν απειλεί μόνο εσένα, αλλά και την οικογένειά σου μετά τον θάνατό σου). Αυτό ήταν μέρος της απειλής προς την Αργεντινή το 2001 και το 2002, ακόμα και μετά τη χρεοκοπία και ην υποτίμηση του νομίσματός της. Η κρατούσα άποψη, που αντανακλάται από όλα τα κυρίαρχα ΜΜΕ, ήταν ότι τα προβλήματα της Αργεντινής μόλις άρχιζαν, και ότι θα ακολουθούσαν χρόνια βασάνων. Όπως αποδείχθηκε, η Αργεντινή υπέστη μια σοβαρή οικονομική κρίση και ύφεση, αλλά μετά ξεκίνησε να ανακάμπτει δυναμικά, με το ΑΕΠ της να αυξάνεται 63% τα επόμενα έξι χρόνια.

Η Ελλάδα μοιάζει να είναι σε πολύ καλύτερη θέση για οικονομική ανάκαμψη έξω από την Ευρωζώνη από ό,τι ήταν η Αργεντινή μετά την υποτίμηση και τη χρεοκοπία. Η Αργεντινή δεν έλαβε βοήθεια από το εξωτερικό. Αντίθετα, πολυμερείς θεσμοί αποστράγγισαν χρήματα από την οικονομία το 2002. Η Ελλάδα μπορεί να μη χρειάζεται εξωτερική βοήθεια, αφού έχει σήμερα πρωτογενές πλεόνασμα. Εάν, όμως, χρειαζόταν, σύμφωνα με δημοσιεύματα, η Ρωσία (με 380 δισεκατομμύρια δολάρια σε συναλλαγματικά αποθέματα) και η Κίνα (με 3,9 τρισεκατομμύρια δολάρια) έχουν προσφερθεί για βοήθεια. Το χρηματικό ποσό που ενδεχομένως θα χρειαζόταν η Ελλάδα να δανειστεί θα ήταν ασήμαντο για την Κίνα και πολύ μικρό επίσης για τη Ρωσία.

Οπότε, η ευρωπαϊκή πίεση θα ενεργοποιούνταν και σε περίπτωση εξόδου. Οι ευρωπαϊκές αρχές θα μπορούσαν να προσπαθήσουν να μπλοκάρουν τις εμπορικές πιστώσεις (αυτό ήταν άλλη μια απειλή προς την Αργεντινή) και να προσπαθήσουν να πλήξουν και με άλλους τρόπους το ελληνικό οικονομικό σύστημα. Θα μπορούσαν να προσπαθήσουν να πιέσουν την Κίνα και άλλες χώρες να μην παρέχουν δάνεια. Όμως, είναι απίθανο να καταφέρουν να απομονώσουν την Ελλάδα, και δεν είναι ξεκάθαρο ότι θα λάβουν πολιτική υποστήριξη στην Ευρώπη για τέτοιου είδους εκδικητικότητα.

Προς στιγμήν, η πίεση δεν φαίνεται να εκφοβίζει τους Έλληνες. Ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης κατέστησε σαφές ήδη από τα μέσα Φεβρουαρίου, ότι τελεσίγραφα δεν θα γίνονταν δεκτά. Η αποδοχή του Τσίπρα βρίσκεται στο 75%, περιλαμβανομένου του 42% εκείνων που ψήφισαν το απερχόμενο κόμμα στις εκλογές του Ιανουαρίου. Αυτό είναι ένας θρίαμβος για τη δημοκρατία, τόσο για την Ελλάδα, όσο και για την Ευρώπη.

Δημοσιογραφική επιμέλεια – μετάφραση: Δέσποινα Παπαγεωργίου